Τουρκική πειρατική επιδρομή στην Κύπρο


Του Σταύρου Καλαφάτη,

βουλευτή Α΄ Θεσσαλονίκης της Νέας Δημοκρατίας

Αντιφατικούς ισχυρισμούς επιστρατεύει η Άγκυρα προκειμένου να καλύψει τις πειρατικές ενέργειές της στην κυπριακή ΑΟΖ. Στην αρχή υποστήριζε πως η Τουρκική Κρατική Εταιρεία Πετρελαίων έχει συνάψει συμφωνία ερευνών και γεωτρήσεων με την αυτοαποκαλούμενη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου. Αυτό ωστόσο, προσέκρουε στο γεγονός ότι ο ΟΗΕ έχει κηρύξει παράνομη και ανυπόστατη την ανακήρυξη του ψευδοκράτους, το οποίο άλλωστε δεν αναγνωρίζει κανένα κράτος. Στη συνέχεια υποστήριζε πως έχει τις μεγαλύτερες ακτές στην Αν. Μεσόγειο και δικαιούται -κατ’ επέκταση- το μεγαλύτερο τμήμα ΑΟΖ. Και πάλι, όμως, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την απόπειρα καταπάτησης της κυπριακής ΑΟΖ, αφού το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει πως τα νησιά έχουν τα ίδια δικαιώματα με τα ηπειρωτικά εδάφη. Προχώρησε, κατόπιν, στον ισχυρισμό πως «είναι εγγυήτρια δύναμη και υπερασπίζεται τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων». Στην απάντησή της μάλιστα προς τις ΗΠΑ συμπεριλαμβάνει και τους δύο ισχυρισμούς. Αναφέρει αφενός ότι «τα σκάφη μας θα συνεχίσουν να ερευνούν στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα μας» και αφετέρου πως «τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων θα προστατεύονται».

Ουσιαστικά η Άγκυρα εγείρει δύο ζητήματα. Αφενός διεκδικεί ένα τμήμα της κυπριακής ΑΟΖ λέγοντας πως ανήκει στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα της και αφετέρου διακηρύσσει ότι θα μπει ακόμη και σε περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας που δεν μπορεί να διεκδικήσει, υποστηρίζοντας πως προστατεύει τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως η Τουρκία ουδέποτε αναγνωρίστηκε σαν εγγυήτρια των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων και ούτε μπορεί να διεκδικεί κάτι τέτοιο. Οι Συμφωνίες που επικαλείται αναφέρουν ρητά ότι είναι εγγυήτρια -μαζί με την Ελλάδα και την Αγγλία- του καθεστώτος που επέβαλαν οι Συμφωνίες εκείνες, ότι οφείλει να εργάζεται για την αποτροπή της διχοτόμησης και ότι μπορεί να παρεμβαίνει αποκλειστικά και μόνο για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέραν κατάσταση. Ακόμη και στο τελεσίγραφο που επέδωσε, την ώρα που ξεκινούσε ο Αττίλας, τα χαράματα της 20ης Ιουλίου, ανέφερε ρητά ότι ενεργούσε στο πλαίσιο των Συμφωνιών εκείνων και ότι δεν επιδίωκε τίποτε άλλο, παρά μόνο  την αποκατάσταση της τάξης πραγμάτων που είχε εγκαθιδρυθεί.

Ξεκάθαρα πράγματα λοιπόν: Η Τουρκία δεν αναγνωρίστηκε ως εγγυήτρια των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων, αλλά ως εγγυήτρια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Απέκτησε δικαίωμα παρέμβασης για να αποτρέψει και όχι για να επιβάλει τη διχοτόμηση. Για να προστατέψει και όχι για να καταλύσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Κατάφορα, λοιπόν, παραβίασε και παραβιάζει τις Συμφωνίες Εγγύησης. Και φυσικά δεν μπορεί να τις επικαλείται ούτε για να διαιωνίζει την κατοχή, ούτε για να ζητά νέα επεμβατικά δικαιώματα, ούτε για να δικαιολογεί πειρατικές επιδρομές στη κυπριακή ΑΟΖ.